ΘΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΩΡΑΙΟΙ ΩΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 2050;

Ελλάδα 2050 «Πώς η υπογεννητικότητα θα αναδιαμορφώσει την κοινωνία μας»;

Ας φανταστούμε την Ελλάδα του 2050 σε δυο εκδοχές.

Η πρώτη. Το 2050 ο Μανώλης ξυπνάει νωρίς, όχι γιατί βιάζεται, αλλά γιατί… έτσι κι αλλιώς όλοι ξυπνάνε νωρίς πια. Η πολυκατοικία του στην Κυψέλη είναι ήσυχη. Πολύ ήσυχη. Από τους έξι ορόφους, μόνο οι δύο κατοικούνται μόνιμα. Οι υπόλοιποι έχουν γίνει «διαμερίσματα Σαββατοκύριακου» για εγγόνια που έρχονται πού και πού από το εξωτερικό.

Κατεβαίνει για καφέ. Το καφενείο λέγεται ακόμα «Η Νεολαία», από συνήθεια. Μέση ηλικία θαμώνων: 78. Ο καφετζής είναι 82 και δουλεύει part-time, γιατί «του κρατάει το μυαλό». Στη γωνία, μια οθόνη δείχνει ειδήσεις: «Νέα κίνητρα για τρίτο παιδί – δωρεάν πάρκινγκ για δέκα χρόνια». Κανείς δεν σχολιάζει. Όλοι ξέρουν ότι το πρόβλημα δεν είναι το πάρκινγκ. Στον δρόμο περνάει ένα σχολικό λεωφορείο. Μέσα, οχτώ παιδιά. Ο οδηγός τα ξέρει όλα με το μικρό τους όνομα. Τα πάρκα είναι πεντακάθαρα, αλλά άδεια. Παιδικές χαρές που μοιάζουν με μουσεία μιας άλλης εποχής.

Κι όμως, το βράδυ, στην πλατεία, κάτι αλλάζει. Μερικές οικογένειες μεταναστών, λίγοι Έλληνες που γύρισαν πίσω, δυο-τρία μωρά σε καρότσια. Δεν είναι πολύς κόσμος, αλλά ακούγονται γέλια. Ο Μανώλης χαμογελάει. «Λίγοι είμαστε», λέει, «αλλά ακόμα εδώ».

Δεύτερη εκδοχή. Τη πρώτη μέρα σχολικής χρονιάς σε ένα σχολείο του Δήμου Αθηναίων κάπου στη περιοχή των Πατησίων, εκφωνεί η δασκάλα τα ονόματα των παιδιών:

«Χασαν ιμπν Αλ Νταρουις»!

«Παρών»!

«Σουονγκ Υανγκ ιλ»!

«Παρών»!

«Σέλμα μπιντ Αμνταλ Ραχιμ»!

«Παρούσα»!

«Χατζή Λαζαρ Μηχ Αλής»!

Καμία απόκριση.

Ξαναφωνάζει πιο αυστηρά η δασκάλα, «Χατζή Λαζαρ Μηχ Αλής»!

Ακούγεται διστακτικά μια φωνή, «εγώ είμαι κυρία, αλλά με λένε Χατζηλαζαρου Μιχάλη»…

Ο Γιώργος είναι στη  στην ουρά για το δελτίο Ανεργίας: Ο Μοχάμεντ μπροστά του, (γεννημένος στην Αθήνα, τρίτη γενιά, μιλάει καλύτερα ελληνικά απ’ τον Γιώργο).

 Η Αΐσα (δουλεύει 12 ώρες, έχει τρία παιδιά και πληρώνει τις συντάξεις).  Ο Νίκος… από τη Συρία. Έτσι τον βάφτισαν, «για να μην μπλέκουμε».

Τα παλιά σχολεία έχουν συγχωνευτεί. Ένα τμήμα ανά δήμο. Τα παιδιά μαθαίνουν ιστορία: «Κάποτε υπήρχαν πολλοί Έλληνες. Έκαναν λίγα παιδιά γιατί θεωρούσαν ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Η κατάλληλη στιγμή όμως δεν ήρθε ποτέ.»

Τι απεγίναν οι Έλληνες;

Έμειναν Λίγοι, σκορπισμένοι. Κάποιοι στο εξωτερικό, κάποιοι πίσω από κλειστά ρολά, κάποιοι σχολιαστές στο διαδίκτυο του 2050 που ακόμα γράφουν «πού θα πάμε έτσι, η παλιά, η γνώριμη Ελλάδα, έφυγε πια». Και δεν έφυγε με πόλεμο, έφυγε αθόρυβα, σαν τον  γείτονα που πέθανε και το έμαθες μήνες μετά. Και κανείς δεν την «αντικατέστησε»,  Απλώς… κάποιοι έμειναν, κάποιοι ήρθαν, και κάποιοι Έλληνες δεν γεννήθηκαν ποτέ.

Η υπογεννητικότητα στην Ελλάδα αποτελεί ένα σύνθετο και αυξανόμενο πρόβλημα με πολυδιάστατες κοινωνικές, οικονομικές και δημογραφικές επιπτώσεις. Η Ελλάδα, όπως και άλλες ευρωπαϊκές χώρες βιώνει μία σημαντική μείωση των γεννήσεων τις τελευταίες δεκαετίες, με αποτέλεσμα το ποσοστό θανάτων να ξεπερνά σταθερά το ποσοστό των γεννήσεων. Με τη διαφορά ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό υπογονιμότητας με 17%, όταν ο μέσος όρος στην ευρωπαϊκή ένωση είναι στο 13%.  Η υπογεννητικότητα στην Ελλάδα παρουσιάζει ενισχυτική αύξηση, με τις τάσεις να επιδεινώνουν το δημογραφικό ζήτημα, ειδικά σε μικρότερες κοινωνίες και νησιωτικές περιοχές. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η Ελλάδα κατέχει την 6η θέση παγκοσμίως όσον αφορά τη γήρανση του πληθυσμού, και το 2022 ήταν εκείνη που σημείωσε τον χαμηλότερο αριθμό γεννήσεων, με το δημογραφικό ισοζύγιο να είναι αρνητικό ήδη από το 2010 έως και σήμερα. Οι δημογραφικές προβλέψεις της Ελλάδας έως το 2050 παρουσιάζονται προβληματικές. Αναμένεται ότι συνολικός πληθυσμός θα μειωθεί σημαντικά, φτάνοντας περίπου τα 7,5 έως 8 εκατομμύρια με την υπογεννητικότητα και τη γήρανση του πληθυσμού να είναι κυρίαρχοι παράγοντες. Σύμφωνα με τις προβλέψεις των ειδικών, πάνω από το 35% του πληθυσμού θα είναι άνω των 65 ετών, γεγονός που θα επιβαρύνει το σύστημα συνταξιοδότησης και κοινωνικής πρόνοιας της χώρας, καθιστώντας το μη βιώσιμο αν δεν εφαρμοστούν συγκεκριμένα μέτρα αντιμετώπισης.  Η υπογεννητικότητα έχει ήδη καταστήσει πολλές μικρές κοινωνίες ευάλωτες, με περιοχές όπως τα μικρά νησιά να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα πιο έντονα λόγω της συνεχούς μείωσης του ενεργού πληθυσμού. 

Τι κάνει η Πολιτεία;

Αρκείται απλά στο να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και να  συστήνει προσωρινές λύσεις πενιχρής οικονομικής ενίσχυσης σε νέους γονείς. Ενώ αυτό που απαιτείται είναι συστηματική  ενημέρωση και τη πρόληψη σχετικά με τη γονιμότητα, συμπεριλαμβανομένων τη γενναία  οικονομική ενίσχυση για νέες οικογένειες και τη δωρεάν πρόσβαση σε διαγνωστικές εξετάσεις που συμβάλλουν στον προγραμματισμό των γεννήσεων.

Εδώ βεβαίως οφείλουμε να κάνουμε την ερώτηση κλειδί. 

Γιατί οι γυναίκες στη χώρα μας δεν επιθυμούν να γίνουν μητέρες;

Η απόφαση των Ελληνίδων να μην προβούν στη δημιουργία οικογένειας επηρεάζεται από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της χώρας μας. Το υψηλό κόστος ζωής και η περιορισμένη οικονομική στήριξη, που προσφέρει το ελληνικό κράτος στις οικογένειες, τα μειωμένα επιδόματα και οι ανεπαρκείς υποδομές, αποτελούν παράγοντες που συχνά αποθαρρύνουν τις γυναίκες να προβούν στη γονεϊκότητα. Ταυτόχρονα, η έλλειψη δομών υποστήριξης, όπως επαρκείς βρεφονηπιακοί σταθμοί και άδειες μητρότητας, εντείνουν την ανασφάλεια, ιδιαίτερα για τις γυναίκες που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα. Δημιουργώντας έτσι ένα καθεστώς εργατικής ανισότητας μεταξύ εργαζομένων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Όλα αυτά συνεπάγονται πως εάν μία γυναίκα επιλέξει τη μητρότητα, θα αναγκαστεί να αφήσει τη δουλειά της και τα ενδιαφέροντά της, για να αφοσιωθεί αποκλειστικά σε αυτό.

Επιπλέον, οι Ελληνίδες συχνά επηρεάζονται πέραν όμως από τις οικονομικές συνθήκες, από τις αλλαγές στον τρόπο ζωής, τα ενδιαφέροντα και οι επαγγελματικές φιλοδοξίες, που συχνά καθυστερούν την μητρότητα, με σκοπό να επικεντρωθούν στις σπουδές και στην καριέρα τους. Καθοριστικοί πυλώνες προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν, τόσο οι πολιτισμικές όσο και οι προσωπικές αντιλήψεις. Πολλές γυναίκες θεωρούν τη μητρότητα ως μία απόφαση ζωής, η οποία δεν αποτελεί πλέον κοινωνική απαίτηση, αλλά μία επιλογή που καθορίζεται από τις προσωπικές τους επιθυμίες και από τις συνθήκες που κρίνουν κατάλληλες, ώστε να αναλάβουν αυτόν τον ιδιαίτερο ρόλο. Πλέον η σύγχρονες Ελληνίδες δεν πιστεύουν στην ολοκλήρωσή τους μέσα από το ταξίδι της μητρότητας αλλά στην αυτοπραγμάτωση των δικών του στόχων και επιθυμιών.  Πιστεύουν πλέον ότι είναι ολοκληρωμένοι άνθρωποι με ή χωρίς παιδιά, πράγμα που η κοινωνία κάποτε δεν τους το αναγνώριζε. επομένως, οι οικονομικοινωνικες  αβεβαιότητες είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους που έχουν εισχωρήσει και στο πεδίο των διαπροσωπικών σχέσεων οικειότητας και εγγύτητας. Το όλο κοινωνικό σύστημα προωθεί  αξίες συνδεδεμένες με την εξατομίκευση και τη προσωπική ευχαρίστηση ενάντια σε οποιαδήποτε συλλογικότητα περιλαμβανομένου και της οικογένειας.

Ποια είναι η θέση των ανδρών;

Η αστάθεια του γάμου και η συχνότητα των διαζυγίων, το ανδρικό άγχος μπροστά στη γυναίκα, η αποκλειστικά θηλυκή πρωτοβουλία στις σεξουαλικές σχέσεις, οδήγησε τα τελευταία χρόνια στο να έχει αναδυθεί ένας πυρήνας διακρίσεων κατά των ανδρών στο όνομα της ισότητας, που κατά ειρωνικό τρόπο υιοθετήθηκε αρχικά για να διορθώσει τα κακώς κείμενα μιας πατριαρχικής κοσμοθεωρίας.  Τελικά κατέληξε όχι μόνο να αγνοεί τις ανάγκες και τα προβλήματα των ανδρών και κυρίως το δικαίωμα και την επιθυμία τους ως προς την από κοινού και ίση συμμετοχή ανατροφή  των παιδιών τους. Σε περίπτωση ρήξης της όποιας συμβίωσης, καθίστανται οι ίδιοι και τα παιδιά τους θύματα αυτής συνθήκης. Αυτό είχε ως συνέπεια και οι άνδρες να μην θέλουν να αναλάβουν την ευθύνη στο να γίνουν μπαμπάδες μέσα σε ένα θεσμοθετημένο καθεστώς προκαταλήψεων με πολλαπλές αρνητικές επιπτώσεις εναντίον των ανδρών και κατ’ επέκταση εναντίον των παιδιών που βιώνουν αυτές τις καταστάσεις.

Οραματιζόμενοι την Ελλάδα του 2050, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις βαθιές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της υπογεννητικότητας, οι οποίες ήδη διαμορφώνουν τη δημογραφική σύνθεση της χώρας μας. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι απλώς ένα δημογραφικό ζήτημα· αποτελεί ουσιαστικά μια πρόκληση για το μέλλον του ελληνικού έθνους και της κοινωνίας, απαιτώντας άμεση πολιτική παρέμβαση και σχεδιασμό. Η ανάδειξη της μητρότητας και της οικογενειακής δημιουργίας ως προτεραιότητα, η ενίσχυση των υποδομών και των κοινωνικών υπηρεσιών για γονείς, καθώς και η οικονομική υποστήριξη των νέων οικογενειών, αποτελούν βασικούς άξονες που μπορούν να συνεισφέρουν σε μια βιώσιμη αντιμετώπιση του προβλήματος. Μόνο με την ενεργή συμμετοχή του κράτους, της κοινωνίας και των πολιτών μπορούμε να οικοδομήσουμε μια Ελλάδα που θα προοδεύει και θα ευημερεί, εξασφαλίζοντας ένα καλύτερο μέλλον για τις επόμενες γενιές.

Ηλίας Ντικιαδης. Κοινωνιολόγος Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών Ε.Κ.Π.Α.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…