Έτσι Μαθαίνουμε τους Άνδρες να Αντέχουν την Αδικία

Μικρές ιστορίες Ανάστροφου Σεξισμού στη βάση της Κουλτούρας της Ανθεκτικότητας (Resilience) .

 

Πώς ο Σεξισμός κατά των ανδρών γίνεται κανονικότητα.

 Ο Γιάννης δεν λέει ποτέ ότι κουράστηκε.

 Όταν η σύντροφός του υψώνει τη φωνή, όταν τον μειώνει μπροστά σε φίλους, όταν τον σπρώχνει «από νεύρα», το προσπερνά. «Δεν είναι τίποτα», του λένε «έλα ρε, οι γυναίκες έτσι ξεσπάνε». Δεν θεωρεί ότι είναι βία. Αν μιλήσει, αν εκφράσει αυτό που ένιωσε, φοβάται ότι θα γελοιοποιηθεί. Αν επιμείνει, θα θεωρηθεί επικίνδυνος. Αυτή δεν είναι προσωπική αντοχή. Είναι κοινωνικά εκπαιδευμένη κουλτούρα ανθεκτικότητας (Resiliance). Έτσι, αντέχει.

  Ο Δημήτρης χώρισε.

 Στο οικογενειακό δικαστήριο προσέρχεται με τη βεβαιότητα ότι πρέπει να αποδείξει πως δεν είναι επικίνδυνος, να αποδείξει ότι δεν είναι ένα «τέρας», δεν είναι «ελέφαντας» όπως τον κατηγόρησε η πρώην γυναίκα του για να τον αποξενώσει απ’ τα παιδιά του, αλλά είναι ένας μπαμπάς που διεκδικεί ισότιμη συμμετοχή στην ανατροφή τους. Του ζητούν υπομονή, συνεργασία, κατανόηση. Του εξηγούν ότι «το σύστημα δικαιοσύνης είναι φορτωμένο», ότι «οι διαδικασίες για την αποκάλυψη της αλήθειας χρονοτριβούν». Τα παιδιά του τα βλέπει λίγες ώρες τον μήνα. Όχι επειδή κρίθηκε ακατάλληλος, αλλά επειδή έτσι «λειτουργεί το σύστημα». Κανείς δεν του λέει ότι υφίσταται θεσμική ανισότητα. Του λένε να είναι ώριμος. Να κάνει υπομονή και κουράγιο, για χάρη των παιδιών. Έτσι, αντέχει.

 Ο Νίκος δέχθηκε χαστούκι απ’ τη σύντροφο του σε μεταξύ τους διένεξη.

 Όταν κάλεσε την αστυνομία, ρωτήθηκε πρώτα «τι έκανε για να το προκαλέσει», λες και ήταν αυτονόητο ότι αυτός το προκάλεσε. Του πρότειναν να τα βρουν μεταξύ τους ιδιωτικά. Δεν καταγράφηκε τίποτα στα επίσημα στοιχεία. Αν όμως εκείνος  είχε αντιδράσει όπως η σύντροφος του, το αποτέλεσμα θα ήταν σίγουρα  προδιαγεγραμμένο εναντίον του. Έμαθε γρήγορα το μάθημα του: ο ανδρικός πόνος δεν μετράει, η βία εδώ δεν εξαφανίζεται, απλώς γίνεται αόρατη μέσω της ανθεκτικότητας. Έτσι, αντέχει.

 Ο Παναγιώτης έφυγε για στρατό στα 18, δεν τον ρώτησε κανείς αν θέλει.

 Η απουσία επιλογής παρουσιάστηκε ως τελετουργικό διαβατήριο ενηλικίωσης. Οι ψυχολογικές πιέσεις,  οι  «ψαροτικοι» εξευτελισμοί, οι αυτοκτονίες αντιμετωπίστηκαν ως «ακραία περιστατικά». Όποιος λύγιζε, δεν ήταν θύμα ενός παράλογου συστήματος, ήταν αδύναμος. Άλλωστε ευρεία είναι η πεποίθηση που ενισχύει τη κουλτούρα Resiliance «όπου σταματάει η λογική, αρχίζει ο στρατός». Ο θεσμός δεν αναθεωρείται. Ο άνδρας  απαιτείται να προσαρμόζεται. Έτσι, αντέχει.

 Ο Κώστας έχασε τη δουλειά του.

 Στο σπίτι δεν τολμά να πει πόσο ευάλωτος νιώθει και πόσο φοβάται. Πρέπει να είναι  Υποστηρικτικός, ψύχραιμος. Όταν καταρρέει, του υπενθυμίζουν ότι «πρέπει να σταθεί όρθιος». Δεν του αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην ευαλωτότητα, είναι  υποχρεωτική επιλογή  να αντέξει ενάντια σε οποιαδήποτε εργασιακή ρευστότητα και θεσμική αδικία.  Η συναισθηματική σιωπή βαφτίζεται ωριμότητα. Η ψυχική φθορά βαφτίζεται ανδρισμός. Έτσι, αντέχει.

 

Σε όλες αυτές τις ιστορίες, το μοτίβο είναι κοινό. Ο ανάστροφος σεξισμός, δηλαδή ο σεξισμός και οι έμφυλες διακρίσεις κατά των  ανδρών. Ο  πυρήνας των διακρίσεων κατά των ανδρών αποτέλεσαν σταδιακά οι πολίτικες ισότητας, που κατά ειρωνικό τρόπο υιοθετήθηκαν αρχικά για να διορθώσουν τα κακώς κείμενα μιας πατριαρχικής κοσμοθεωρίας.  Τελικά κατέληξαν σε έναν γυναικοκεντρισμο, που  όχι μόνο να αγνοεί τις ανάγκες και τα προβλήματα των ανδρών, αλλά βοήθησε να δημιουργηθούν προκαταλήψεις και ένα θεσμοθετημένο καθεστώς με πολλαπλές αρνητικές επιπτώσεις εναντίον τους.

 Σ αυτή τη συνθήκη προστίθεται και η κουλτούρα της ανθεκτικότητας (Resilience), όπου παίζει καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση του ανάστροφου σεξισμού, καθώς μετατρέπει την ατομική αντοχή σε κοινωνική υποχρέωση. Στην πράξη, αυτή η κουλτούρα διδάσκει ότι ο άνδρας πρέπει να μπορεί να αντέχει τις δυσκολίες χωρίς να παραπονιέται, να προσαρμόζεται σε καταστάσεις αδικίας και να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις μόνος του. Αντί να υπάρχει θεσμική υποστήριξη ή άμεση παρέμβαση για να διορθωθούν οι ανισότητες, επιβάλλεται η «προσωπική αντοχή» ως μέτρο επιτυχίας και κοινωνικής αποδοχής. 

Με αυτόν τον τρόπο, η ανθεκτικότητα λειτουργεί ως μορφή πειθάρχησης. Οι άνδρες διδάσκονται έμμεσα ότι η οργή, η αμφισβήτηση ή η διεκδίκηση δικαιωμάτων θεωρούνται αδυναμία ή κοινωνικά ανεπιθύμητα χαρακτηριστικά. Η υπομονή και η σιωπή αναδεικνύονται σε αρετές, ενώ η έκφραση των δυσκολιών αντιμετωπίζεται ως παραβίαση των «κανόνων» της ανθεκτικότητας. Έτσι, η κοινωνία επιβάλλει έναν αόρατο έλεγχο: όσο οι άνδρες αντέχουν και σωπαίνουν, τα θεσμικά κενά παραμένουν ανοιχτά, οι ανισότητες δεν αναγνωρίζονται, και η αδικία γίνεται φυσιολογική κατάσταση.

 Παράλληλα, η κουλτούρα της ανθεκτικότητας μετατρέπεται σε μηχανισμό αυτό-ελέγχου και αυτό-πειθάρχησης. Οι άνδρες  εσωτερικεύουν την ανάγκη να αντέχουν, να προσαρμόζονται και να μην ζητούν βοήθεια, δημιουργώντας μια «υποχρεωτική σιωπή». Με άλλα λόγια, δεν χρειάζεται κάποιος να επιβάλλει άμεσα περιορισμούς ή διακρίσεις· η ίδια η κοινωνική εκπαίδευση και η αποδοχή της ανθεκτικότητας διασφαλίζουν ότι οι άνδρες συμμορφώνονται και περιορίζουν τις διεκδικήσεις τους.

 Έτσι, η ανθεκτικότητα παύει να είναι απλώς ατομική αρετή και γίνεται εργαλείο κοινωνικού ελέγχου, που ενισχύει τον γυναικοκεντρισμό και διατηρεί τις θεσμικές αδικίες εναντίον των ανδρών. Η κουλτούρα αυτή δεν επιβάλλεται με βία· απλώς κληρονομείται, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά και παρουσιάζεται ως φυσική τάξη πραγμάτων. Ο άνδρας μαθαίνει να «αντέχει» και να μην διεκδικεί, ενώ η κοινωνία συνεχίζει να αγνοεί τις πραγματικές του ανάγκες. Καμία κοινωνία όμως δεν μπορεί να λέγεται δίκαιη όταν εκπαιδεύει τους ανθρώπους της —και ειδικά τους άνδρες— να αντέχουν τη διάκριση αντί να τη διορθώνουν.

Ηλίας Ντικιάδης, Κοινωνιολόγος, Απόφοιτός Σχόλης Οικονομικών και Πολιτικών επιστημών, ΕΚΠΑ.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…