Μας Έμαθαν να Αντέχουμε Αντί να Διεκδικούμε
Πως η κουλτούρα της Ανθεκτικότητας (Resilience) λειτουργεί ως θεσμικό άλλοθι.

Ένα καίριο ερώτημα που τίθεται είναι: Πώς είναι δυνατόν, ενώ η κοινωνία μας να δοκιμάζεται από διαφθορά, κατάχρηση δημόσιου πλούτου, αυθαιρεσία, ατιμωρησία για τραγωδίες με δεκάδες νεκρούς και εμφανή υπονόμευση του κράτους δικαίου, να μην εκδηλώνεται ουσιαστική κοινωνική κινητοποίηση; Γιατί επικρατεί σιωπή και αδράνεια εκεί όπου θα ανέμενε κανείς αγανάκτηση και μαζική αντίδραση; Μια απάντηση μέσο ερμηνευτικής προσέγγισής στο ερώτημα αυτό μας τη δίνει η κουλτούρα της ανθεκτικότητας. Στη σημερινή κοινωνική συνθήκη, η κουλτούρα της Resilience δεν είναι απλά ένας ψυχολογικός όρος αλλά είναι ένα κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο. Η ανθεκτικότητα (Resilience), αν και προβάλλεται συχνά ως κοινωνική αρετή: να αντέχουμε, να προσαρμοζόμαστε, να συνεχίζουμε. Όταν όμως χρησιμοποιείται ως εργαλείο που απορροφά την οργή, μεταθέτει το βάρος από τους θεσμούς στους πολίτες και κανονικοποιεί την αδικία, παύει να είναι αρετή. Λειτουργεί ως μέσο κοινωνικού ελέγχου και πειθάρχησης, ως ανάλυση μιας ευρύτερης πολιτιστικής και πολιτικής διαδικασίας.H κουλτούρα Resilience, είναι σύστημα αξιών, λόγων και πρακτικών που μαθαίνει άτομα και κοινωνίες να μην αντιδρούν, αλλά παθητικά να προσαρμόζονται, να αντέχουν και να λειτουργούν σε κατάσταση μόνιμης κρίσης, χωρίς διάθεση αμφισβήτησης ή αλλαγής.
Στην ελληνική πραγματικότητα ιδιαίτερα, η ανθεκτικότητα έχει μετατραπεί σε κάτι διαφορετικό: σε θεσμικό άλλοθι. Όχι για να αλλάξει τις συνθήκες, αλλά για να γίνουν ανεκτές χωρίς αντίδραση. Όταν οι διαδικασίες είναι αργές, χωρίς σαφή ορίζοντα και χωρίς απτά αποτελέσματα, η δικαιοσύνη παύει να λειτουργεί ως εγγύηση κράτους δικαίου αλλά μετατρέπεται σε μηχανισμό αναμονής. Οι άνθρωποι δεν αντιμετωπίζονται ως φορείς δικαιωμάτων, αλλά ως άτομα που πρέπει να αντέξουν τη διαδικασία. Η κοινωνία, αντί να πιέζει, τους λέει συχνά: «κουράγιο». Η ανθεκτικότητα αντικαθιστά τη δικαίωση.

Σε καθημερινό επίπεδο, η ίδια κουλτούρα διαπερνά τη ζωή των πολιτών. Ο πολίτης που βλέπει διορισμούς ημετέρων σε ανώτερες θέσεις εξουσίας χωρίς αξιολογικά κριτήρια. Ο εργαζόμενος που περιμένει χρόνια μια δικαστική απόφαση για δεδουλευμένα. Το θύμα μιας απάτης που δε δικαιώνεται ποτέ, εξαιτίας κοστοβορων και χρονοβόρων διαδικασιών με αποτέλεσμα την ατιμωρησία. Η συλλογικότητα που καταγγέλλει μια αυθαιρεσία και εγκλωβίζεται σε ατελείωτες διοικητικές διαδικασίες μέχρι να εξαντληθεί. Οι υποθέσεις ξεθωριάζουν στον χρόνο, χωρίς να μετατρέπονται σε συλλογική απαίτηση λογοδοσίας. Ο χρόνος λειτουργεί ως πλυντήριο ευθυνών Όλοι μαθαίνουν το ίδιο μάθημα: πάντα έτσι συμβαίνει, μάθε να αντέχεις. Ως εκ τούτου, η κοινωνία προσαρμόζεται αντί να διεκδικεί και συνηθίζει σιωπηλά την έλλειψη κράτους δικαίου.
Η ανθεκτικότητα έχει πραγματική αξία, μόνο όταν οδηγεί στη διεκδίκηση δικαιωμάτων, στη δυνατότητα αλλαγής. Όταν όμως χρησιμοποιείται για να ακυρώσει το δικαίωμα στην ισότητα, να σιωπήσει τον πόνο και να εξαντλήσει τα θύματα, τότε παύει να είναι δύναμη. Γίνεται σύστημα απάθειας και υποταγής. Η Δικαιοσύνη, όταν λειτουργεί χωρίς χρόνο, χωρίς ορίζοντα και χωρίς συνέπειες, παύει να είναι δικαιοσύνη. Γίνεται μηχανισμός φθοράς. Όχι για τους υπεύθυνους. Αλλά για τα θύματα. Επομένως, η κουλτούρα της ανθεκτικότητας, δεν είναι δύναμη. Είναι η αδικία που μετατρέπεται σε κανονικότητα, σε προσαρμογή στην απάθεια που τα σκάνδαλα δεν σοκάρουν πια.
Κράτος δικαίου δεν είναι οι νόμοι στο χαρτί. Είναι η πραγματική απόδοση ευθυνών, είναι η στιγμή που αυτοί που ευθύνονται, επιτέλους να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους. Όσο η πραγματική δικαιοσύνη αναβάλλεται επ’ αόριστον, η κοινωνία γίνεται απλώς πιο κουρασμένη και απαθής.

Ηλίας Ντικιαδης. Κοινωνιολόγος, σχολής Οικονομικών και Πολιτικών επιστημών ΕΚΠΑ.


