Νευροεπιστήμη και δικαστικά δράματα

Ένα στατιστικό στοιχείο για την Ελληνική Δικαιοσύνη θα μας αφήσει έκπληκτους.

Από τα επίσημα στοιχεία που χορήγησε η Ελλάδα στο Συμβούλιο της Ευρώπης (δεδομένα 2022):

  • 76% έχουμε γυναίκες δικαστές α’ βαθμού,
  • 74,6% έχουμε γυναίκες δικαστές β’ βαθμού,
  • 67,8% έχουμε γυναίκες δικαστές ανώτατου βαθμού.

Δηλαδή οι γυναίκες αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία των επαγγελματιών δικαστών σε κάθε βαθμό, πολύ πάνω από τον  ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Τα υψηλά ποσοστά, που εξηγούνται από την ενισχυμένη θέση της γυναίκας σε όλους τους επιστημονικούς, επαγγελματικούς και κοινωνικούς χώρους.

Και οι φοιτητές των νομικών σχολών παρουσιάζουν την ίδια εικόνα.

Μήπως αυτό έχει επίπτωση στις οικογενειακές διαφορές; Στις δίκες μεταξύ γονέων;

Δικαστικά δράματα αντί για επίλυση διαφορών

Μήπως οι διαφορές φύλου εξηγούν το γιατί αντί να επικεντρωνόμαστε σε συγκεκριμένες διαφωνίες και στον τρόπο επίλυσής τους, τα δικόγραφα συχνά μετατρέπονται σε αφηγήσεις χαρακτήρων;

Ο άλλος γονέας δεν περιγράφεται ως “διαφωνών”, αλλά ως “επικίνδυνος”.

Η άλλη πλευρά δεν εμφανίζεται ως “ανεπαρκής σε συγκεκριμένο σημείο”, αλλά ως “γενικά ακατάλληλη”.

Η Ελλάδα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της CEPEJ του Συμβουλίου της Ευρώπης, διαθέτει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά γυναικών δικαστών στην Ευρώπη: 76% στον πρώτο βαθμό και 74,6% στον δεύτερο.

Το στοιχείο αυτό, όμως, δεν εξηγεί ούτε δικαιολογεί το ελληνικό φαινόμενο του “δικαστικού δράματος”.

Η σύγχρονη νευροεπιστήμη δείχνει ότι, παρότι υπάρχουν μέσες στατιστικές διαφορές στον εγκέφαλο ανδρών και γυναικών, η επικάλυψη είναι μεγάλη και η πρόβλεψη συμπεριφοράς εξαιρετικά περιορισμένη.

Με απλά λόγια: δεν υπάρχουν “ανδρικά” και “γυναικεία” δικόγραφα που γράφονται καθ’ υπαγόρευση του DNA.

Αντίθετα, το ύφος των οικογενειακών δικογράφων εξηγείται πολύ καλύτερα από:

  • την αντιδικιακή δομή της διαδικασίας,
  • την απουσία πραγματικού case management,
  • την επιβράβευση της έντασης αντί της σαφήνειας,
  • και μια κουλτούρα όπου η ηθική αξιολόγηση του προσώπου υπερισχύει της επίλυσης της διαφοράς.

Με άλλα λόγια, αντί να απαντάμε στο ερώτημα :«πώς επιλύονται οι διαφορές που δεν προέκυψαν όταν οι γονείς ρύθμιζαν τη γονική μέριμνα»,

απαντάμε στο ερώτημα «ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός;».

Και εκεί χάνεται το παιδί.

Όχι στη βιολογία.

Στη γλώσσα.

Δράμα ή ρύθμιση διαφορών;

Στις οικογενειακές υποθέσεις —ιδίως σε αυτές που αφορούν ανήλικα τέκνα— η δικαστική διαδικασία μοιάζει να αποκλίνει απ’ αυτό που επιβάλλει ο νόμος.

Δεν επικεντρώνεται στην την επίλυση ουσιωδών διαφωνιών μεταξύ των γονέων, την εφαρμογή των κριτηρίων του νόμου για το βέλτιστο συμφέρον  – best interest – του παιδιού και τη δομημένη αξιολόγηση πραγματικών δεδομένων.

Αντίθετα παρατηρείται σε μεγάλο βαθμό η ανάδειξη μιας αφηγηματικής, ηθικής, συναισθηματικής, αντιπαράθεσης που μοιάζει να συνοδεύει κάθε υπόθεση. Και μερικές φορές άβολα δραματική.

 Μερικά από τα χαρακτηριστικά αυτού του φαινομένου είναι:

Γενικευμένοι χαρακτηρισμοί προσώπων (π.χ. «ανεύθυνος», «ακατάλληλος», «βίαιος», «επικίνδυνος»), αντί για καταγραφή διαφωνιών, υψηλή συναισθηματική φόρτιση τόσο στα δικόγραφα όσο και στην αντιδικία.

Η μετατόπιση της εστίασης από το παιδί και την επίλυση,  στη σύγκρουση μεταξύ των γονέων.

Και τελικά, επικρατεί η εντύπωση ότι η ίδια η διαδικασία κορυφώνεται με τη σκηνοθεσία ενός “δράματος” παρά με την επίλυση των διαφωνιών των γονέων.

Μήπως αυτό συνδέεται με τη νευροεπιστήμη και το ότι 76 % των Πρωτοδικών είναι γυναίκες;

Η σύγχρονη επιστήμη της νευροεπιστήμης έχει δείξει ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν λειτουργεί ως μονάδα έξω από κάποιο περιβάλλον.

Αντίθετα, το περιβάλλον καθορίζει ποια κυκλώματα του εγκεφάλου ενεργοποιούνται.

Αντί για απλοποιήσεις τύπου «ανδρικός» ή «γυναικείος» εγκέφαλος, τα ευρήματα της νευροεπιστήμης δείχνουν ότι:

  1. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος ενεργοποιεί διαφορετικά κυκλώματα όταν η κατάσταση αφορά αναγνώριση και επεξεργασία συναισθημάτων ή σχέσεων, παρά όταν πρόκειται για εργαλειακή, δομημένη επίλυση προβλημάτων.
  2. Σε περιβάλλοντα με υψηλή συναισθηματική φόρτιση και αφηγηματική αξιολόγηση —όπως η ανάδειξη χαρακτήρων, η εντύπωση «καλού/κακού συνομιλητή» και η απουσία συγκεκριμένων κριτηρίων—, ενεργοποιούνται περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με συναισθηματική αντίληψη, κοινωνική αξιολόγηση και ενσυναίσθηση.
  3. Αντίθετα, όταν η διαδικασία επικεντρώνεται σε σταθερά, μετρήσιμα κριτήρια και δομημένη ανάλυση δεδομένων, ενεργοποιούνται κυκλώματα που σχετίζονται με οπτικοποίηση, σχεδιασμό και επίλυση προβλημάτων.

Αυτός ο τρόπος λειτουργίας του εγκεφάλου δεν εξηγεί ούτε δικαιολογεί συμπεριφορές με βάση το φύλο.

Αντίθετα, δείχνει ότι η ίδια η δομή της δικαστηριακής διαδικασίας έχει καθοριστική επίδραση στο πώς σκέφτονται και ενεργούν οι συμμετέχοντες. Όποιος κι αν κάθεται στην έδρα, σε ένα περιβάλλον που μεταφέρει την υπόθεση σε πεδίο συναισθημάτων και αφηγηματικών χαρακτηρισμών, βλέπει την αντιπαράθεση να κλιμακώνεται και το «δράμα» να ενισχύεται — όχι με φυσικό τρόπο, αλλά με δομημένο τρόπο από το ίδιο το σύστημα.

Άνθρωποι ή σύστημα;

Κατά συνέπεια, η ερώτηση «μήπως οι γυναίκες δικαστές δημιουργούν το δράμα επειδή ο εγκέφαλος τους λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο» δεν απαντάται ούτε με απλοποιήσεις ούτε με στερεότυπα.

Τα επιστημονικά ευρήματα δείχνουν ότι όλοι οι εγκέφαλοι ανταποκρίνονται σε μορφές και περιβάλλοντα.

Η πρόκληση δεν είναι οι άνθρωποι, αλλά το σύστημα που καθιστά τη διαδικασία αφηγηματική και συναισθηματικά φορτισμένη.

Αυτό σημαίνει ότι:

Δεν είναι το πρόσωπο που δικάζει που καθορίζει την ποιότητα της διαδικασίας·

Είναι το ίδιο το δικαστικό σύστημα που καλεί τον εγκέφαλο να λειτουργήσει με τρόπο συγκρουσιακό αντί για τρόπο λύσης·

Και η αλλαγή που χρειάζεται δεν είναι αλλαγή ατόμων, αλλά ανασχεδιασμός διαδικασιών και γλώσσας.

Το πραγματικό ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση δεν είναι «τις κάνουν οι άνθρωποι εκεί μέσα»·.

Είναι: πώς το ίδιο το σύστημα σκηνοθετεί το “δράμα”, και τι αλλαγές χρειάζονται για να διευκολύνει ουσιαστική επίλυση διαφορών και προστασία των οικογενειών που στέκονται ενώπιον του.

Συμπέρασμα

Αν θέλουμε να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα οικογενειακά δικαστήρια δεν χρειάζεται ν’ αλλάξουμε τα πρόσωπα ούτε να κατηγορήσουμε το φύλο.

Πρέπει πρώτα να αλλάξουμε το σύστημα.

Ν’ αλλάξουμε τον τρόπο που γράφονται τα δικόγραφα.

Τον τρόπο  που αξιολογούνται τα δεδομένα.

Και τον τρόπο που η Δικαιοσύνη επιλέγει να απαντά σε διαφωνίες.

Δηλαδή ν’ αλλάξουμε τον τρόπο που η ίδια η διαδικασία «καλεί» τον εγκέφαλο του δικαστικού λειτουργού να σκεφτεί.

Η Δικαιοσύνη δεν καλείται να παρακολουθεί δράματα·

Η Δικαιοσύνη καλείται να επιλύει διαφορές.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…