Μία κοινωνική αναθεώρηση της γυναικείας «φύσης» ως προς τη φροντίδα

 

Η φροντίδα ως πολιτισμικό αρχέτυπο

Οι κοινωνίες έθεσαν στερεοτυπικά να γίνει αποδεκτό η αντίθεση θηλυκού και αρσενικού τόσο σε οργανικό όσο και σε ψυχοσυναισθηματικο επίπεδο. Ο εγκαθιδρυμένος, κοινωνικά κατασκευασμένος ρόλος της γυναίκας περιλαμβάνει την ανάθεση του ρόλου της φροντίδας και της τροφού, ως κυρίαρχο πρόσωπο. Η ιδέα ότι η φροντίδα «ανήκει» στις γυναίκες έχει ριζώσει σε θρησκευτικά σύμβολα, μυθολογίες και πολιτισμικές αφηγήσεις αιώνων. Η εικόνα της Παναγίας που κρατά τον Χριστό δεν είναι απλώς θρησκευτική αναπαράσταση, είναι ένα από τα πιο ισχυρά πολιτισμικά αρχέτυπα της «ιδανικής γυναίκας». Η αξία της συνδέεται σχεδόν αποκλειστικά με τον ρόλο της ως μητέρας. Αυτό το μοτίβο είναι πολύ παλαιότερο από τον χριστιανισμό. Στην αρχαία Αίγυπτο, η Ίσιδα απεικονίζεται να θηλάζει τον Ώρο. Στην ελληνική μυθολογία, η Δήμητρα προσωποποιεί τη μητρική φροντίδα και θυσία. Σε πολλούς πολιτισμούς, οι μητέρες είναι σύμβολα ζωής, τροφής και προστασίας. Η επανάληψη του ίδιου μοτίβου σε διαφορετικούς πολιτισμούς δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι πρόκειται για «φυσική αλήθεια», ενώ στην πραγματικότητα είναι κοινωνική κατασκευή που αναπαράγεται.

Σε μια κοινωνία που δηλώνει ότι προχωρά προς την ισότητα, η έννοια της φροντίδας παραμένει πεισματικά εγκλωβισμένη σε ένα παρωχημένο αφήγημα: αυτό της «γυναικείας φύσης». Από τη μητρότητα μέχρι το επάγγελμα της νοσηλεύτριας, από τη φροντίδα ηλικιωμένων μέχρι την εικόνα της «ευγενικής» αεροσυνοδού, η συναισθηματική εργασία παρουσιάζεται ως έμφυτο χαρακτηριστικό των γυναικών. Δεν είναι απλώς ένας ρόλος· είναι μια κοινωνικά επιβεβλημένη ταυτότητα. η φροντίδα δεν είναι έμφυτο χαρακτηριστικό, αλλά δεξιότητα που μπορεί να αναπτυχθεί και να ασκηθεί ανεξαρτήτως φύλλου. Η ανάθεση της φροντίδας ως «γυναικείου καθήκοντος» συνεπάγεται υποβάθμιση των δικών της  αναγκών οποία δεν δύναται να ικανοποιήσει και ούτε καν να εκφράσει. Από τη μία, δημιουργεί ένα αόρατο βάρος υψηλών κοινωνικών προσδοκιών, συχνά εις βάρος της επαγγελματικής και προσωπικής της εξέλιξης. Από την άλλη, οδηγεί σε άνιση κατανομή ευθυνών μέσα στην οικογένεια, η οποία μπορεί να ενταθεί σε περιόδους κρίσης, όπως είναι ο χωρισμός.

Παράλληλα, η μητρότητα προβάλλεται ως έμφυτη ιδιότητα, σχεδόν βιολογικά προκαθορισμένη, ενώ ο πατρικός ρόλος συχνά υποβαθμίζεται σε επικουρικό. Αυτή η κοινωνική κατασκευή όχι μόνο αδικεί τους άνδρες, στερώντας τους την αναγνώριση της ικανότητάς τους να φροντίζουν και να ανατρέφουν τα παιδιά τους, αλλά ταυτόχρονα εγκλωβίζει και τις γυναίκες σε έναν ρόλο που θεωρείται «φυσικός» και άρα υποχρεωτικός. Στο πλαίσιο αυτό, οι δικαστικές αποφάσεις για την επιμέλεια των παιδιών επηρεάζονται, συνειδητά ή ασυνείδητα, από αυτές τις αντιλήψεις. Η μητέρα συχνά θεωρείται η «προφανής» επιλογή για την κύρια φροντίδα, ενώ ο πατέρας καλείται να αποδείξει την επάρκειά του. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία συγκρουσιακών σχέσεων μεταξύ των γονέων, καθώς η επιμέλεια μετατρέπεται σε πεδίο διεκδίκησης και όχι συνεργασίας. Συνεπώς η μετάβαση σε ένα μοντέλο ισότιμης συνεπιμέλειας απαιτεί μια βαθύτερη πολιτισμική μετατόπιση: την αποδόμηση των στερεοτύπων γύρω από το φύλο και τη φροντίδα, την ενίσχυση της συναισθηματικής συμμετοχής των πατέρων και την αναγνώριση της φροντίδας ως κοινής ανθρώπινης ευθύνης. Ένα παιδί που μεγαλώνει με την ενεργή παρουσία και των δύο γονέων έχει περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξει υγιείς σχέσεις και μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα εαυτού και του κόσμου.

 Παράλληλα, αξίζει να επισημανθεί ότι η εμμονή στη «φυσική» σύνδεση της γυναίκας με τη φροντίδα, μπορεί να λειτουργήσει και ως παράγοντας που συντηρεί ή συγκαλύπτει φαινόμενα ενδοοικογενειακής βίας. Όταν η γυναίκα θεωρείται αποκλειστικά προορισμένος ο ρόλος της στη φροντίδα,  ασπάζεται και αποδέχεται έμμεσα την ιπποτική ιδεολογία των ανδρών.  Υπό το καθεστώς ενός «καλοπροαίρετου σεξισμού», ενδέχεται να παραμένει σε κακοποιητικές σχέσεις, υπό το βάρος της κοινωνικής προσδοκίας και της ενοχής.

Δυστυχώς, η σταδιακή διεύρυνση των κοινωνικών ρολών της γυναίκας  κυρίως στην εργασία, δεν οδήγησαν στη αντίστοιχη χαλάρωση των μητρικών υποχρεώσεων ανατροφής και φροντίδας. Αναπόφευκτα μαζί με όλα τα αλλά πλέον οφείλει να ικανοποιεί τις ανάγκες του τέκνου της με αντάλλαγμα την υποβάθμιση των δικών της συναισθηματικών αναγκών. Αυτή η συνθήκη όταν  συνδυαστεί με μια τραυματική εμπειρία απόρριψη η χωρισμού,  είναι πιθανό να την οδηγηθεί σε ακραίες συμπεριφορές όπως το σύνδρομο Munchausen by proxy. Το  Münchausen by proxy είναι το σύνδρομο εκείνο όπου μια μητέρα προκαλεί ή κατασκευάζει ασθένεια στο παιδί της για να αντλήσει αναγνώριση ως φροντίστρια. Με αυτό το τρόπο υποκύπτει στην ανάγκη μιας αναγνώρισης η ενδιαφέροντος από τους επίσημους υγειονομικούς φορείς μέσων των «ηρωικών ατέρμονων προσπαθειών της». Στο χώρο του νοσοκομείου ως ακούραστη, αφοσιωμένη, υπεύθυνη  μητέρα, κάθε πράξη της εκτιμάται η επιβραβεύεται από σημαίνοντα πρόσωπα. Η υπερπροστασία, ο έλεγχος, η συναισθηματική εξάρτηση σε αυτή τη περίπτωση, δεν είναι «αγάπη». Είναι αποτέλεσμα πίεσης να αποκτήσει την χαμένη της προσωπικότητα, την αυτοπραγμάτωσή της.

Ήρθε η ώρα λοιπόν να αναθεωρήσουμε  τον μύθο ότι η φροντίδα είναι γυναικεία φύση. Είναι ανθρώπινη ικανότητα. Αν θέλουμε μια πιο δίκαιη κοινωνία, η αλλαγή δεν είναι νομική. Είναι κοινωνική, πολιτισμική και ξεκινά από κάτι απλό, να σταματήσουμε να λέμε ψέματα για το ποιος “γεννιέται” να φροντίζει.

Ηλίας Ντικιάδης

Ηλίας Ντικιάδης.

Κοινωνιολόγος, σχολής οικονομικών και πολιτικών επιστημών Ε.Κ.Π.Α.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…