Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΕΑΥΤΟΥ
Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΕΑΥΤΟΥ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ.

Κοινωνιολογική ερμηνεία, Κίνητρα, Αποδοχή ενός σύγχρονου φαινομένου.
Η Εύα είναι 14 ετών. Ζει σε μια λαϊκή συνοικία μιας μεγαλούπολης. Ο πατέρας της είναι άνεργος, η μητέρα της εργάζεται περιστασιακά. Στο σπίτι η ένταση είναι καθημερινή. Η Εύα δεν διαθέτει ιδιαίτερη ευαισθησία στα μαθήματα ούτε βλέπει κάποια προοπτική για το μέλλον από το σχολείο. Στρέφεται στο κινητό της, είναι ο κόσμος της όλος. Στο TikTok βλέπει συνομήλικες να χορεύουν με κινήσεις που μιμούνται ενήλικες performers, να χρησιμοποιούν φίλτρα που ωριμάζουν τεχνητά το πρόσωπό τους, να ποζάρουν με βλέμματα που υπόσχονται πόθο και λαγνεία, τα οποία έχουν μάθει από μουσικά βίντεο. Η Εύα παρατηρεί ότι όσο πιο «προκλητικά» είναι τα βίντεο, τόσα περισσότερα views. Δοκιμάζει κι εκείνη. Τα σχόλια αρχίζουν: κάποια θετικά, κά
ποια χυδαία, κάποια αισχρά. Η ορα
τότητα αρχίζει να αυξάνεται. Η σεξουαλικοποιημένη εικόνα της να ικανοποιεί άνδρες, είναι μια στρατηγική ένταξης σε ένα πεδίο όπου η αξία μετριέται σε likes. Για πρώτη φορά νιώθει ότι «υπάρχει», ότι γίνεται «αντικείμενο» προσοχής και ενδιαφέροντος.
Η Κέλλυ η είναι 16 ετών, μαθήτρια σε ιδιωτικό σχολείο. Ζει σε ένα περιβάλλον επιτυχίας και ανταγωνισμού. Μαθαίνει από μικρή ότι η εικόνα είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο. Παρακολουθεί influencers, fitness models, fashion icons. Ο λογαριασμός της στο Instagram είναι προσεκτικά επιμελημένος. Αρχικά ανεβάζει φωτογραφίες αισθητικής μόδας. Σταδιακά όμως διαπιστώνει ότι οι πιο σεξουαλικοποιημένες εικόνες αποδίδουν περισσότερο. Η γλώσσα του σώματος αλλάζει: βλέμμα χαμηλωμένο, χείλη μισάνοιχτα, στάσεις που μιμούνται adults aesthetics. Η ίδια πιθανόν να μην νιώθει ότι κάνει κάτι «πορνογραφικό». Νιώθει ότι ακολουθεί μια τάση. Ότι παίζει ένα παιχνίδι ορατότητας. Δεν πρόκειται για αθωότητα· πρόκειται για εσωτερίκευση ενός πολιτισμικού κώδικα που συνδέει τη γυναικεία επιτυχία με τη σεξουαλική επιθυμητότητα.
Η Δήμητρα μεγάλωσε σε οικογένεια με έντονες συγκρούσεις. Βρήκε διέξοδο σε έναν γάμο που στη πορεία οδήγησε σε διαζύγιο με σφοδρή αντιδικία. Η ανάγκη της για επιβεβαίωση είναι βαθιά. Το TikTok γίνεται χώρος όπου μπορεί να λάβει άμεση ανταπόκριση. Κάθε like λειτουργεί σαν μικρή ένεση αυτοεκτίμησης. Όταν διαπιστώνει ότι τα βίντεο με πιο έντονο σωματικό υπαινιγμό, με έμφαση στις καμπύλες και τα καλλίγραμμα πόδια της, συγκεντρώνουν περισσότερη προσοχή, υιοθετεί αυτή την αισθητική. Δεν έχει πλήρη συνείδηση των βλεμμάτων που την παρακολουθούν. Τα σχόλια αρχίζουν: «Θεά», «Κούκλα», αλλά και χειρότερα στο “DM”. Αυτό όμως που μοιάζει να βιώνει, είναι η επιβράβευση.
Με μια πρώτη ματιά στα σημερινά Social media, βλέπουμε κάτι πολύ ενδιαφέρον. Η εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης – με αιχμή πλατφόρμες όπως το Tik Tok, το Instagram και το OnlyFans – έχει αναδιαμορφώσει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται, προβάλλει και εμπορευματοποιεί τον εαυτό του. Ένα από τα πιο έντονα και αμφιλεγόμενα φαινόμενα της εποχής μας είναι η μαζική, συχνά ακραία, προβολή του σώματος και της σεξουαλικότητας από νεαρά κορίτσια, αγόρια και ενήλικες, με τρόπους που παραπέμπουν σε πορνογραφικές αναπαραστάσεις που υπερβαίνουν τα παραδοσιακά κοινωνικά και ηθικά όρια. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι τυχαίο, ούτε απλώς αποτέλεσμα «ατομικής ανηθικότητας». Αντίθετα, αποτελεί σύμπτωμα βαθύτερων κοινωνικών, πολιτισμικών και ψυχολογικών διεργασιών.
Το TikTok, το Instagram, το Facebook δεν είναι πλατφόρμες πορνογραφίας με την κλασική έννοια. Όμως, πολλοί χρήστες χρησιμοποιούν ασυνείδητα την ίδια λογική, προωθούν την ψευδαίσθηση αυθορμητισμού και της ελεύθερης βούλησης, επιβραβεύουν την αισθητική που τραβάει βλέμματα. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι εδώ δεν έχουμε επαγγελματίες ηθοποιούς, αλλά ανήλικα κορίτσια που εσωτερικεύουν τον «πορνογραφικό λόγο» χωρίς να το συνειδητοποιούν. Παρουσιάζονται ως πάντα διαθέσιμες, πάντα πρόθυμες, πάντα έτοιμες για κάθε είδους ικανοποίηση. Αυτό ακριβώς το μοτίβο — σε πιο ήπια, «mainstream» μορφή — διαχέεται σήμερα στα Social media.
Στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία, στο ψηφιακό καπιταλισμό, το σώμα μετατρέπεται σε μέσο προβολής, εμπορευματοποιείται ως γενικό συναλλακτικό μέσο ανταλλαγής και αξίας. Η λογική των αλγορίθμων επιβραβεύει ό,τι προκαλεί έντονη συναισθηματική ή ενστικτώδη αντίδραση: επιθυμία, σοκ, φθόνο, θαυμασμό. Το σεξουαλικά φορτισμένο περιεχόμενο αποδίδει υψηλή «απόδοση»: περισσότερα likes, views, followers και – συχνά – οικονομικά οφέλη. Έτσι, το σώμα παύει να είναι φορέας προσωπικής ταυτότητας και γίνεται ψηφιακό κεφάλαιο. Η έκθεση δεν είναι απλώς αυθόρμητη· είναι στρατηγική.

Βασικά κίνητρα, γιατί συμβαίνει αυτό το φαινόμενο.
Ένας πρώτος λόγος είναι η ανάγκη αναγνώρισης και επιβεβαίωσης. Σε μια κοινωνία όπου η αξία του ατόμου μετριέται ποσοτικά (likes, views, followers), η σεξουαλική προβολή λειτουργεί ως γρήγορος μηχανισμός επιβεβαίωσης ύπαρξης και αξίας. Σε ένα περιβάλλον όπου κοινωνικές ανισότητες είναι πίσω από την εικόνα, η σεξουαλικοποίηση εμφανίζεται ως εύκολη διαδρομή προς φήμη, χρήμα ή στάτους, ιδίως σε ένα καθεστώς όπου οι παραδοσιακές διαδρομές επιτυχίας μοιάζουν απρόσιτες. Η ιδεολογία της μικρότερης επένδυσης για το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος, μια μορφή ακραίου συμφέροντος αντανακλάται στις σεξουαλικές συμπεριφορές των περισσοτέρων σύγχρονων ανθρώπων σήμερα. Ιδιαίτερα για τα κορίτσια, προβάλλεται η ιδέα ότι «επιλέγουν» να εκθέσουν το σώμα τους στην αναζήτηση της επιτυχίας, μιας πλήρους ευτυχίας, μιας ζωής αδιάκοπης λαγνείας, μιας ζωής που για τους περισσοτέρους είναι απλησίαστη. Ωστόσο, αυτή η επιλογή γίνεται εντός ενός συστήματος που επιβραβεύει συγκεκριμένες μορφές έκθεσης και τιμωρεί άλλες. Ότι δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες στρατηγικές κατανάλωσης μέσω της εικόνας δεν έχει κανένα περιθώριο επιβίωσης.

Δεύτερος πολύ σημαντικός λόγος είναι η πορνογραφικοποιηση της κοινωνίας, δηλαδή η κανονικοποίηση της πορνογραφικής αισθητικής.
Η πορνογραφία δεν αποτελεί πλέον περιθωριακό προϊόν αλλά βασικό πολιτισμικό εμπορεύσιμο προϊόν. Η έκθεση “Erotica 2016” στην Ελλάδα, συγκέντρωσε περισσότερο κόσμο από οποιαδήποτε άλλη κλαδική έκθεση. “Το σεξ πουλάει και, ότι πουλάει πρέπει να διαδίδεται και να πουληθεί”. Η αυξανόμενη παρουσία διαμεσολαβημένων σεξουαλικών υπαινιγμών και αναπαραστάσεων στο χώρο της μόδας, της διασκέδασης, της showbiz, της διαφήμισης, και σε άλλες πτυχές της κυρίαρχης κουλτούρας συντελούν στην εξάπλωση και τη διεύρυνση της σεξουαλικότητας σε όλη την κοινωνία. Όπως θα έλεγε ο κοινωνιολόγος Ζακυ Πρυνεντυ, “η σεξουαλικότητα αποτελεί το καθρέφτη της κοινωνίας, έχει γίνει το σύγχρονο όπιο του λαού”.
Ένας τρίτος λόγος είναι ότι δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ελέγχου και ενδυνάμωσης και ελεύθερης επιλογής, «Το κάνω επειδή το γουστάρω». Στην ψηφιακή κουλτούρα, η αυτο-αντικειμενοποίηση συχνά παρουσιάζεται ως αυτοδιάθεση και «ενδυνάμωση». Όμως το ερώτημα είναι, ποιος ορίζει τους όρους του παιχνιδιού; Στα κοινωνικά δίκτυα, η προσφώνηση δεν είναι ρητή, δεν λέει «γδύσου», αλλά λέει, «ανέβασε κάτι που να τραβάει προσοχή», «δείξε τον εαυτό σου», να εκτεθείς, να φανείς, να γίνεις αυτό που «γουστάρουν» οι άλλοι». Έτσι συγκροτείται το σεξουαλικοποιημένο ψηφιακό υποκείμενο, το οποίο πιστεύει ότι ενεργεί ελεύθερα, ενώ στην πραγματικότητα διαμορφώνει τον εαυτό του σε αυτό που θέλουν να βλέπουν οι άλλοι. Το αποτέλεσμα είναι αυτή η ανάγκη για διαρκή ορατότητα, σεξουαλική επιβεβαίωση και ψηφιακή αποδοχή να οδηγεί το άτομο τελικά να καταναλώνει τον ίδιο του τον εαυτό, επειδή δεν βιώνει την εμπειρία του ερωτικά, ούτε σχεσιακά αλλά ως μόνιμο αντικείμενο θέασης και αξιολόγησης,
Κοινωνιολογικά, η επιλογή δεν είναι ποτέ αποκομμένη από το κοινωνικό πλαίσιο καθώς η σεμνότητα καθίσταται αόρατη, αδιάφορη χωρίς καμιά ανταμοιβή, ενώ αντίθετα η σεξουαλική προβολή οδηγεί σε κοινωνικό κεφάλαιο. Όταν το άτομο μαθαίνει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως προϊόν, το σώμα γίνεται εργαλείο branding, και η σεξουαλικότητα ως ισχυρό διαφημιστικό μέσο που φέρνει προβολή και επιτυχία, τότε η κοινωνική επιβράβευση λειτουργεί αυτόματα ως κίνητρο, χωρίς καταναγκασμό. Επομένως, η κοινωνική επιβράβευση και η εύκολη αποδοχή του φαινομένου δεν οφείλονται στην καθολική επιθυμία των ανθρώπων, αλλά στη λειτουργία μιας ηγεμονικής ιδεολογίας που μετατρέπει το σώμα σε κεφάλαιο, συγχέει την ελευθερία με την έκθεση, παρουσιάζει την εμπορευματοποίηση ως αυτοπραγμάτωση.
Τέταρτη παράμετρος μπορεί να χαρακτηριστεί η επιβράβευση που προέρχεται από τον αλγοριθμικό μηχανισμό. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι ουδέτερα. Οι αλγόριθμοι ευνοούν περιεχόμενο που προκαλεί άμεση διέγερση, κρατά τον χρήστη περισσότερο χρόνο στην πλατφόρμα και αυξάνει την αλληλεπίδραση. Το μήνυμα που λαμβάνει το άτομο είναι σαφές, όσο περισσότερο εκτίθεσαι, τόσο περισσότερο “υπάρχεις”. Όσο πιο έντονη η εικόνα, τόσο περισσότερη προσοχή, όσο περισσότερη προσοχή, τόσο περισσότερη μίμηση, Όσο περισσότερη μίμηση, τόσο μεγαλύτερη κανονικοποίηση. Στα Social media, η υπερβολή δεν είναι τυχαία. Ο αλγόριθμος επιβραβεύει αυτό που ξεχωρίζει. Αυτό που τραβάει το βλέμμα. Σ αυτή τη διάσταση μπορεί να προστεθεί η τελειοποιημένη μορφή της σύγχρονης πολιτισμικής βιομηχανίας όπου τα κοινωνικά δίκτυα παράγουν μαζικά πρότυπα, τυποποιούν το σώμα και την επιθυμία, μετατρέπουν τη σεξουαλικότητα σε καταναλωτικό εμπόρευμα- θέαμα.
Τι μπορεί να γίνει;
Η λύση δεν είναι να δαιμονοποιήσουμε τα social media. Το θέμα δεν είναι ο ηθικός πανικός, αλλά η κατανόηση των άνισών κοινωνικών δομών που διαμορφώνουν αυτό το πλαίσιο. Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να σοκαριζόμαστε στην ατομική συμπεριφορά, αλλά στη δομή της σύγχρονης κουλτούρας που ευνοεί τη δημιουργία και της ανάπτυξης της σεξουαλικής αντικειμενοποίησης στα social media. Ένα επιπλέον κρίσιμο ερώτημα είναι πώς μπορούμε να διδάξουμε στα παιδιά και τους έφηβους να αναγνωρίζουν τις παγίδες που κρύβονται και το τον μηχανισμό πίσω από την εικόνα. Για να γίνει αυτό εφικτό, απαιτείται ενημέρωση και εκπαίδευση στα μέσα από μικρή ηλικία με παράλληλη δυνατότητα ρύθμισης αλγορίθμων που αφορούν ανηλίκους. Σημαντική είναι ταυτόχρονα η ενίσχυση πολιτισμικού κεφαλαίου (τέχνη, φιλοσοφία, κριτική σκέψη), και αναδόμηση έμφυλων προτύπων. Γιατί μόνο όταν αποκαλυφθεί ο μηχανισμός, παύει να είναι απατηλός. Γιατί μόνο όταν το άτομο καταλάβει πώς λειτουργεί το βλέμμα, ο αλγόριθμος και η οικονομία της θέασης, μπορεί να αποκτήσει πραγματική ελευθερία.

Ηλίας Ντικιαδης, Κοινωνιολόγος απόφοιτος σχολής οικονομικών και πολιτικών επιστημών Ε.Κ.Π.Α.


